Η ανατομία ώμου ως οδηγός στην κατανόηση της αρθροσκόπησης ώμου για τις πύλες εισόδου του αρθροσκόπιου

Η ανατομία ώμου ως οδηγός στην κατανόηση της αρθροσκόπησης ώμου για τις πύλες εισόδου του αρθροσκόπιου

Ως αρθροσκόπηση ώμου αναφέρεται μία μη παρεμβατική επεμβατική διαδικασία, στην οποία, όπως υποδηλώνει και η λέξη «αρθροσκόπηση», πραγματοποιείται μία επισκόπηση της άρθρωσης του εκάστοτε σημείου (εν προκειμένω, του ώμου, παρ’ότι η αρθροσκόπηση εφαρμόζεται σε κάθε άκρο του σώματος που διαθέτει αρθρώσεις), προκειμένου να διαγνωσθούν, αλλά και να διορθωθούν, διάφορες παθήσεις που προξενούν από πόνο και δυσκινησία μέχρι και μόνιμες βλάβες.

Ανατομία ώμου: Τι καθιστά την αρθροσκόπηση ώμου μια τόσο συχνή επέμβαση, βάσει της ανατομίας του;

Μιλώντας, λοιπόν, για την αρθροσκόπηση ώμου, οφείλουμε να κάνουμε μία πρώτη εισαγωγή όσον αφορά την ανατομία του ώμου. Ο ώμος αποτελείται από δύο οστά: Το βραχιόνιο και την ωμογλήνη της ωμοπλάτης. Η άρθρωση του ώμου, ώς εκ τούτου, αναφέρεται, ως όρος, στη σύζευξη των δύο αυτών οστών.

Τα δύο αυτά οστά διαθέτουν χαρακτηριστικό σχήμα. Το μεν βραχιόνιο είναι ένα σφαιρικό οστό, η δε ωμοπλάτη ένα αιχμηρό, τριγωνικό κόκκαλο, με δύο προεξοχές, την ωμοπλατιαία άκανθα και την κορακοειδή απόφυση.

Ακριβώς επειδή τα δύο αυτά σχήματα δεν εμφανίζουν την ίδια καμπυλότητα, προκειμένου να «συνεργάζονται» χωρίς να τρίβονται μεταξύ τους, απαιτείται ένα πολύ ισχυρό σύστημα συνδέσμων (μικρότερων στοιχείων του ώμου που συνδέουν τα δύο οστά), τενόντων και μυών, έτσι ώστε να υποστηρίζεται η υγιής και απρόσκοπτη συνεργασία τους, που οδηγεί στη λειτουργική κινητικότητα του ώμου.

Οι περισσότερες, άλλωστε, δυσλειτουργίες, που εντοπίζεται ότι απαιτούν αρθροσκόπηση ώμου, οφείλονται είτε σε τραυματισμούς, είτε σε φθορές των σημείων αυτών, που έχουν αυτή την ιδιαίτερη ανατομική μορφολογία, διότι κάθε μικρή ή μεγαλύτερη δυσλειτουργία των σημείων που συνδέουν τα δύο οστά, οδηγεί σε τριβή και απελευθέρωση ελεύθερων σωμάτων στην άρθρωση.

Πύλες εισόδου στην αρθροσκόπηση ώμου

Έχοντας κατανοήσει κάποια βασικά σημεία της ανατομίας ώμου, είναι ευκολότερο, τώρα, να αντιληφθούμε, ξανά υπό όρους ανατομίας τον τρόπο με τον οποίο αποκτούμε πρόσβαση στις αρθρώσεις, κατά την αρθροσκόπηση ώμου, δίχως να χρειάζεται να προχωρήσουμε σε μία ανοικτή επέμβαση.

Παλαιότερα, ο μοναδικός τρόπος να λάβουμε μία ενδελεχή εικόνα για την κατάσταση της άρθρωσης, πόσο δε μάλλον να παρέμβουμε στις σχετικές με αυτή παθήσεις, ήταν αποκλειστικά και μόνο ένα ανοιχτό, πολύωρο χειρουργείο, με αντίστοιχη μακρά και επίπονη επούλωση και αποθεραπεία.

Με την αρθροσκόπηση ώμου στο προσκήνιο, όμως, αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι να δημιουργούμε ανεπαίσθητες τομές, και μέσα από αυτές, να περνάμε ένα ενδοσκόπιο. Το ενδοσκόπιο είναι ένας μαλακός, ευλύγιστος σωλήνας που διαθέτει οπτικές ίνες ενσωματωμένες πάνω του, και συνδέεται με την κάμερα.

Έτσι, κατά την επέμβαση, το ενδοσκόπιο ακολουθεί μία καθορισμένη από την ανατομία διαδρομή, προκειμένου να καταλήξει στο περιβάλλον της άρθρωσης. Το ερώτημα, όμως, είναι το εξής; Πώς εισχωρεί το ενδοσκόπιο; Και, τελικώς, κάτι που απασχολεί τους ασθενείς, πώς και πού εμφανίζονται οι μικρές αυτές τομές που προκύπτουν από μία αρθροσκόπηση ώμου;

Τα σημεία τα οποία επιτρέπουν τη μικροσκοπική διάνοιξη του δέρματος προκειμένου να εισχωρήσει το καμεροφόρο αυτό εργαλείο ονομάζονται και πύλες εισόδου (αγγλιστί, portals). Οι πύλες εισόδου που χρησιμοποιούνται κατά την αρθροσκόπηση ώμου ποικίλουν, και αφορούν στο είδος και τη φύση της ιατρικής επιχείρησης, καθώς άλλες φορές πραγματοποιείται αποκλειστικά για διαγνωστικούς σκοπούς, και άλλες ακολουθεί και η χειρουργική επέμβαση.

Οι πύλες εισόδου που χρησιμοποιούνται σε μία αρθροσκόπηση ώμου χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Τις κύριες και τις δευτερεύουσες. Και τα δύο είδη τομών είναι ανεπαίσθητα, και συνήθως δε χρειάζονται καν συρραφή μετά το πέρας της επέμβασης.

Οι κύριες πύλες εισόδου είναι η πρόσθια, η οπίσθια και η πλευρική. Εξ αυτών, η οπίσθια είναι αυτή που χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις διαγνωστικής αρθροσκόπησης ώμου, και αποτελεί το βασικό σημείο από το οποίο ξεκινά κάθε αρθροσκόπηση ώμου, ενώ οι υπόλοιπες δύο επιστρατεύονται κατά κύριο λόγο σε περιπτώσεις υπακρωμιακών διαταραχών.

Οι δευτερεύουσες πύλες εισόδου, από την άλλη, είναι η πρόσθια κάτω, η οπίσθια κάτω, η υπερακάνθιος και η Wilmington. Όλες αυτές χρησιμοποιούνται για να επιδιορθώσουν βλάβες, και μπορεί να προσφέρουν δίοδο ακόμα και μέσα από μύες. Ως εκ τούτου, είναι και εκείνες με την πιο εξειδικευμένη χρήση.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε την ανατομία του σώματός μας, διότι έτσι επιτυγχάνεται μία καλύτερη επικοινωνία με το θεράποντα ιατρό, ο οποίος, σαφώς, είναι και αυτός που θα παράσχει την πλέον εμπεριστατωμένη ενημέρωση για αυτό που απασχολεί τους ασθενείς.

Συμμόρφωση ιδιωτικού ιατρείου με τον Γενικό Κανονισμό της ΕΕ για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων. Περισσότερα